Μετάφραση: " Ο Άλλος "
Völkischer Beobachter, 23η/24η Ιανουαρίου 1927
Ο νέος εθνικισμός είναι το κεντρικό κίνημα της εποχής μας, ένα κίνημα στο οποίο κάθε οργάνωση πρέπει να ενταχθεί αν δεν θέλει να χάσει την επαφή με τις ζωντανές δυνάμεις της εποχής.
Την αίσθηση της εθνικής πρωτοτυπίας την αποκαλούμε εθνικό αίσθημα. Το εθνικό αίσθημα γίνεται εθνική συνείδηση όταν, ως αποτέλεσμα συγκεκριμένων γεγονότων, γίνονται φανερές οι διακρίσεις ανάμεσα στην ουσία και στους σκοπούς του έθνους. Το 1914 όλοι βιώσαμε μια ισχυρή έκρηξη εθνικής συνείδησης. Ήταν σε εκείνα τα αξέχαστα χρόνια που γεννήθηκε ο νέος εθνικισμός. Τότε έγινε φανερό σε όλους τι γιγαντιαίο έργο μπορεί να επιτευχθεί αν κάποιος ενσωματωθεί πλήρως με το έθνος, αισθανθεί τη ζωντανή του σύνδεση, που είναι μεγαλύτερη και σημαντικότερη από το μηχανικό άθροισμα των ατόμων.
Αλλά το εθνικό αίσθημα και η εθνική συνείδηση από μόνα τους δεν αρκούν. Πρέπει να συνοδεύονται από θέληση και ετοιμότητα να αγωνιστεί κανείς με όλη του τη δύναμη για την πρωτοτυπία και τα δικαιώματα του έθνους. Αυτή είναι η θέληση για δύναμη που είναι εγγενής σε κάθε υγιή οργανισμό.
Το κράτος δεν είναι παρά η μορφή του έθνους, δεν πρέπει ποτέ να είναι ο σκοπός του έθνους καθεαυτός.
Αν αναρωτηθούμε αν η μορφή του έθνους ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της εποχής, τι είναι αυτό το κράτος μέσα στο οποίο ζούμε τώρα, τότε θα είναι πολύ εύκολο να απαντήσουμε στο ερώτημα λέγοντας ότι είναι το αστικό κράτος. «Ο φιλελευθερισμός» είναι η πιο αγαπημένη λέξη τέτοιων κρατών (και υπάρχουν περισσότερα από λίγα τέτοια στην Ευρώπη από την αρχή του περασμένου αιώνα), μια λέξη που μετά τον Νίτσε απέκτησε μια σάπια γεύση.
Είχαμε ήδη ένα φιλελεύθερο κράτος πριν από τον πόλεμο, με τη μορφή μιας συνταγματικής μοναρχίας. Δυστυχώς συνεχίζει να υπάρχει στοτο κοινοβουλευτικό-φιλελεύθερο σύστημα της Βαϊμάρης. Το τελευταίο του στάδιο είναι το κράτος των δικηγόρων και των γραμματέων των εργατικών συνδικάτων της μικροαστικής τάξης.
Ωστόσο, τα βλαστάρια του μέλλοντος ήδη διαπερνούν το σκληρυμένο του κέλυφος. Σε όλη την Ευρώπη αρχίζει ένα εθνικό έργο εκκαθάρισης του ξεπερασμένου φιλελεύθερου μηχανισμού που ξεψυχά μέσα στη κοινοβουλευτική φλυαρία. Η λέξη «bürger» έχει χάσει το παλιό της βάρος. Μια νέα τάξη ανοίγει τον δρόμο της προς την πολιτική σκηνή και ετοιμάζεται να πάρει την εξουσία στα δικά της χέρια. Είναι η τέταρτη τάξη.
Η τάξη του εργάτη! Και ενώ όλο και περισσότερο μειώνεται η εμπιστοσύνη προς τη λέξη «bürger», η λέξη «εργάτης» ακούγεται ολοένα και δυνατότερα. «Εργάτης» δεν σημαίνει το ίδιο πράγμα με την «εργατική τάξη» έναν όρο του ιστορικού υλισμού, επινοημένο από τον αστό και τον πανεπιστημιακό καθηγητή. Ο εργάτης ως τάξη υπάρχει μόνο μέσα στα όρια ενός ταξικού κράτους, το οποίο δεν είναι τίποτε άλλο παρά το φιλελεύθερο αστικό κράτος με όλα τα κόμματά του, που στην ουσία δεν είναι τίποτε περισσότερο από ταξική εκπροσώπηση. Ωστόσο, όπως ακριβώς το ταξικό κράτος ήρθε να αντικαταστήσει τις δυναστικές μοναρχίες, έτσι και το εθνικιστικό κράτος θα έρθει να αντικαταστήσει το ταξικό κράτος.
Ο εργάτης με τη νέα έννοια σημαίνει μια κοινότητα αίματος όλων των εργατών μέσα στο έθνος και προς όφελος του έθνους. Μόνο αυτή η κοινότητα είναι ικανή να υπερβεί την ασχήμια του καπιταλισμού.
Από εδώ απορρέει ο πιο άμεσος στόχος του νέου εθνικισμού να πάρει τη μορφή του εργατικού κινήματος. Το καθήκον των εργατών έγκειται τότε στην κατανόηση ότι η νίκη στον αγώνα για την ύπαρξή τους μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα στο πλαίσιο του έθνους.
Αυτή τη στιγμή μόνο ένα κράτος υπάρχει στην Ευρώπη, του οποίου η μορφή υπαγορεύεται από τους εθνικιστές εργάτες. Τι μας νοιάζουν οι κακόβουλες επιθέσεις των υποστηρικτών του πολιτισμού, αυτών των λογοτεχνιζόντων δυτικιστών, που έχουν μονοπωλήσει ολόκληρο τον Τύπο μας; Πάρτε αυτό το παράδειγμα μιας απουσίας πνευματικότητας το πρόσφατα εκδοθέν τεύχος του Simplizissimus, στραμμένο εναντίον του Μουσολίνι. Για να πούμε την αλήθεια, υπήρξαν περιπτώσεις βίας, και αυτό ενόχλησε τους κυρίους των φιλελεύθερων κύκλων, όπου, παρά όλες τις διαμάχες, προσπαθούν να αποφεύγουν κάθε σοβαρή σύγκρουση. Ωστόσο, ο πρωταρχικός και πιο έντιμος στόχος του νέου εθνικισμού είναι ακριβώς μια ισχυρή κρατική εξουσία αυστηρά αυταρχικού τύπου. Και αν αυτή η εξουσία δημιουργεί εμπόδια στον δρόμο οποιουδήποτε γραφιά που καταπατά ατιμώρητα το ίδιο του το έθνος μέσα στη λάσπη, με άλλα λόγια αν καταργεί την ελευθερία του Τύπου, μια τέτοια κίνηση μπορεί μόνο να είναι καλοδεχούμενη. Φυσικά μια τέτοια εξουσία θα γίνει αναπόφευκτα ο ορκισμένος εχθρός του κοινοβουλευτισμού.
Η αυστηρή υποταγή της οικονομίας στο κράτος, για την οποία είναι αδύνατο να μιλήσουμε σήμερα (βλέποντας πώς τόσο οι εργοδότες όσο και οι μισθωτοί εργάτες χρησιμοποιούν μόνο την κρατική εξουσία για τους δικούς τους σκοπούς), μια τέτοια υποταγή μπορεί να εγγυηθεί οικονομική ασφάλεια όχι μόνο σε ξεχωριστά άτομα, αλλά σε ολόκληρο τον λαό ως σύνολο.
Έπειτα, το ύψιστο καθήκον του εθνικιστικού κράτους θα είναι η δημιουργία ενός ισχυρού στρατού, εξοπλισμένου με τα πλέον σύγχρονα τεχνικά μέσα. Χάρη στον στρατό οι δίκαιες απαιτήσεις του έθνους θα έχουν βάρος πίσω τους, αλλιώς είμαστε καταδικασμένοι σε μια κωμική ή τραγική μνησικακία των ταπεινωμένων και προσβεβλημένων. Μόνο με αυτό το ισχυρό επιχείρημα θα είναι δυνατό να αναθεωρηθεί η Συνθήκη των Βερσαλλιών το αληθινό γέννημα του φιλελευθερισμού που παραβιάζει εξωφρενικά την εθνική αρχή.
Οι ακρογωνιαίοι λίθοι στο οικοδόμημα ενός εθνικιστικού κράτους εθνικισμός στην καθαρή του μορφή, σοσιαλισμός, αμυντικές δυνατότητες και αυταρχική δομή. Αυτές οι λέξεις δεν είναι νέες, κι όμως τις εμποτίζουμε με εντελώς νέο νόημα, με την έννοια ότι, όπως καθετί σημαντικό, μπορούν μόνο να γίνουν αισθητές, διότι δεν μπορούν να κατανοηθούν ορθολογικά. Όπως έχει ήδη ειπωθεί, η Ιταλία είναι σήμερα η μόνη χώρα όπου έγινε σοβαρή προσπάθεια να πραγματοποιηθεί αυτή η ιδέα. Μπορεί να ειπωθεί ότι η «Πορεία προς τη Ρώμη» έχει την ίδια σημασία για το νέο ξύπνημα της θέλησης στα βάθη ενός λαού, όπως είχε η άλωση της Βαστίλλης για την αστική τάξη.
Όσο για εμάς, παρά τις μεγάλες απώλειες, η κατάστασή μας είναι πολύ καλύτερη απ’ όσο μπορεί αρχικά να φαίνεται. Παρακαλώ κατανοήστε με σωστά: αυτές οι ευνοϊκές συνθήκες για το έργο του σύγχρονου εθνικισμού μπορούν σε μεγάλο βαθμό να αποδοθούν στην επανάσταση του 1918. Ωστόσο, οι επαναστάτες ήταν οι τελευταίοι απ’ όλους που περίμεναν ακριβώς αυτό το αποτέλεσμα, αφού η επανάστασή τους ήταν ο τελευταίος βρόμικος θρίαμβος του καταστροφικού μόχθου του φιλελευθερισμού. Ευτυχώς, η ιστορία λειτουργεί με τέτοιο τρόπο ώστε ο αποφασιστικός ρόλος σε αυτήν να μην αποδίδεται στα σχέδια αλλά στα αποτελέσματα των πράξεων.
Μιλώντας καθαρά αντικειμενικά, παραμερίζοντας κάθε συναισθηματική σκέψη, τότε στη σημερινή μας κατάσταση η επανάσταση μπορεί να θεωρηθεί μεγάλη ευλογία, αν σκεφτεί κανείς πως συνέβη εξαρχής. Κάθε οργανισμός βρίσκει ευκολότερο να επαναλαμβάνει ήδη οικείες κινήσεις παρά εντελώς νέες και άγνωστες. Ο Γερμανός από τη φύση του δεν είναι επαναστατικός άνθρωπος· διακρίνεται από τον έμφυτο σεβασμό του προς την εξουσία.
Ωστόσο, μια τόσο ισχυρή μετατόπιση όπως η μετάβαση από ένα φιλελεύθερο αστικό κράτος σε ένα κράτος εθνικιστών εργατών μπορεί να συμβεί μόνο μέσω της επαναστατικής οδού. Το σύνταγμα δεν αφήνει περιθώριο ελιγμών. Το γεγονός ότι η επανάσταση του 1918 παρά την προδοσία του έθνους που δεν θα συγχωρεθεί ποτέ πρόδωσε, στην πιο επικίνδυνη στιγμή, το κράτος του Γουλιέλμου, ρίχνει σκιά πάνω στο ίδιο το κράτος που παρήγαγε.
Είναι ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο που ο εθνικισμός έχει το δικαίωμα να αμφισβητεί την πίστη προς το σημερινό κράτος. Είναι εξαιρετικά πιθανό ότι ο εθνικισμός, όπως υπάρχει σήμερα, θα βρισκόταν σε βίαιη αντίθεση προς το καθεστώς του Γουλιέλμου, αλλά αυτή η νέα αντιπολίτευση εμφανίζεται σε εμάς ακόμη πιο ξεκάθαρη και δραστήρια. Χάρη σε αυτήν αρχίσαμε για πρώτη φορά να συζητούμε σοβαρά την ιδέα μιας εθνικιστικής επανάστασης.
Ένα άλλο θετικό αποτέλεσμα της Επανάστασης του Νοεμβρίου για τον εθνικισμό συνίσταται στο ότι άνοιξε τον δρόμο για τον εθνικισμό, εκπληρώνοντας γι’ αυτόν το έργο το οποίο τότε ήταν ανίκανος να επιτύχει μόνος του. Ας θυμηθούμε τη νεολαία του 1813: η θέλησή τους για μια Μεγάλη Γερμανία δεν μπορούσε να αντέξει την αντιπαράθεση με το δυναστικό καθεστώς!
Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, πώς θα είχε αντιδράσει ο Οίκος των Αψβούργων στις εθνικιστικές απαιτήσεις! Αυτός είναι ο λόγος που μπορούμε μόνο να καλωσορίσουμε την τάση προς τη συγκέντρωση της εξουσίας, αφού ένα εθνικιστικό κράτος απαιτεί ιεραρχία σταθερά δεμένη με μία και μόνη προσωπικότητα.
Ομοίως, δεν πρέπει κανείς να υποτιμά τον στρατό των δυσαρεστημένων, που γεννήθηκε από τη Νοεμβριανή εξέγερση. Δεν επρόκειτο πλέον για ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα, και το ιδεαλιστικό δυναμικό του φιλελευθερισμού είχε ήδη φθαρεί σημαντικά. Ο όχλος αρκούνταν στις υποσχέσεις υλικών αγαθών — «ειρήνη, ελευθερία, ψωμί!»
Χρειάζεται πράγματι να υπενθυμιστεί πόσο καλά πραγματοποιήθηκαν αυτές οι υποσχέσεις;
Μπορούμε ψύχραιμα να ισχυριστούμε ότι ζούμε σε ένα κράτος με το οποίο κανείς δεν είναι ικανοποιημένος, με πιθανή εξαίρεση μια χούφτα ανθρώπων που επωφελήθηκαν από την επανάσταση. Ολόκληρη η σαθρή του δομή συγκρατείται αποκλειστικά από την κομματική διαμάχη, και κανένα από αυτά τα κόμματα δεν είναι ικανό να βάλει τέλος σε αυτή την κατάσταση πραγμάτων.
Λοιπόν, το θεμέλιο για μια αληθινή γερμανική επανάσταση είναι έτοιμο. Δεν υπάρχει πλέον ανάγκη να αποκτώνται βασιλικές παραχωρήσεις ή να βελτιώνεται το φιλελεύθερο σύνταγμα μέσω συζήτησης. Τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή να αναλάβουμε το ρίσκο και να πάρουμε το σύνολο. Αλλά πού θα βρούμε τις δυνάμεις που είναι έτοιμες να αναλάβουν ένα τέτοιο έργο;
Προφανώς τα κόμματα δεν θα μας βοηθήσουν! Ακόμη κι αν ένα από τα μεγάλα κόμματα μπορούσε να πραγματοποιήσει πραξικόπημα, η εξουσία δεν θα βρισκόταν στα χέρια της Γερμανίας αλλά στα χέρια των συμφερόντων μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας.
Όχι, τα κόμματα δεν συγκαταλέγονται στους εκλεκτούς. Κι όμως, όπως ακριβώς ο νέος τύπος του στρατιώτη-εργάτη έρχεται να αντικαταστήσει την ετοιμοθάνατη αστική τάξη, έτσι πίσω από την πρόσοψη της κομματικής πάλης θα διαμορφωθούν εντελώς νέες δυνάμεις.
Μιλώ για ακολουθίες (retinues) που καλούνται να υπηρετήσουν στα όργανα του εθνικιστικού αγώνα.
Τα κόμματα, ως όργανα της αστικής τάξης, βασίζονται στην καθολική ψηφοφορία.
Οι ακολουθίες, αντίθετα, θεμελιώνονται στο καθήκον της πίστης προς τον ηγέτη (führer). Η δύναμη των κομμάτων βρίσκεται στα εκλογικά ψηφοδέλτια η δύναμη των ακολουθιών βρίσκεται στο επίπεδο της στρατιωτικής τους πειθαρχίας.
Τα κόμματα, ως φιλελεύθερος σχηματισμός, εκπροσωπούν πρωτίστως τα συμφέροντα των ιδιοκτητών ή εκείνων που στερούνται ιδιοκτησίας.
Οι ακολουθίες, ως ενώσεις αίματος, εκπροσωπούν πρωτίστως τους σκοπούς που είναι εγγενείς στο αίμα.
Τα κόμματα δεν έχουν αυταρχικό ηγέτη, ενώ η κρουστική δύναμη μιας ακολουθίας συγκεντρώνεται σε μία και μοναδική προσωπικότητα.
Εμείς οι Γερμανοί δεν μπορούμε να παραπονεθούμε για έλλειψη ακολουθιών. Αντίθετα, φαίνεται πως υπάρχουν υπερβολικά πολλές από αυτές. Παρ’ όλα αυτά πρέπει να έχουμε υπόψη μας: σήμερα η εσωτερική δομή συγκεκριμένων ακολουθιών εξακολουθεί να είναι υπερβολικά ποικίλη.
Το πνεύμα του σύγχρονου εργάτη επικρατεί ήδη σε μερικές από αυτές, προσδίδοντάς τους τον τυπικό εθνικο-επαναστατικό και κοινωνικο-επαναστατικό χαρακτήρα, ενώ σε άλλες οι ιδέες ενός ταξικού κράτους δεν έχουν ακόμη ξεπεραστεί πλήρως.
Εξαρτημένες από τις αντιλήψεις της περασμένης εποχής, φλερτάρουν με κόμματα, με πατριαρχικές μορφές «οικονομία, εργοστασιακά συνδικάτα και συνεργασία μέσα στο πλαίσιο του φιλελεύθερου κράτους του αρχιεχθρού των εθνικών δυνάμεων. Ωστόσο φαίνεται ότι ακριβώς τώρα άρχισαν να συμβαίνουν σοβαρές αλλαγές παντού. Ακόμη και ανάμεσα στους πιο αντιδραστικούς κύκλους εμφανίζεται μια νεαρή εθνικιστική αντιπολίτευση που αργά ή γρήγορα θα πετύχει τη νίκη επειδή είναι μέσα στη νεολαία που γεννιέται η κατανόηση των νέων καθηκόντων.
Ωστόσο και αυτό μπορεί να είναι πολύ πιο σημαντικό τελευταία ακόμη και μέσα στη μαρξιστική εργατική τάξη άρχισαν να εμφανίζονται νέοι εργατικοί ηγέτες, που δεν είναι ξένοι προς το εθνικιστικό ζήτημα και οι ομιλίες τους ήδη διαφέρουν ελάχιστα από τις ομιλίες των εθνικιστών στα μαχητικά συνδικάτα. Αυτός ο δρόμος μάς οδηγεί βαθιά μέσα στους εργάτες. Διότι αν ο εθνικισμός, στον αγώνα του για εξουσία, χρειάζεται στρατιωτικούς ηγέτες, τότε χρειάζεται εργατικούς ηγέτες για να πραγματοποιήσει τις οικονομικές του απαιτήσεις.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ολόκληρη η ανθίζουσα ποικιλία ιδεών και κινημάτων κάποια στιγμή αναπόφευκτα θα αισθανθεί την ανάγκη να ευθυγραμμιστεί και να αναζητήσει αμοιβαία υποστήριξη. Μπορεί κανείς να υποθέσει ότι μόλις σχηματιστεί ένα ενιαίο κέντρο του κινήματος, είτε στο πρόσωπο ενός Führer είτε με τη μορφή κάποιας ένωσης εργατικών ηγετών, τότε τόσο τα απομονωμένα άτομα όσο και οι κλειστές ομάδες δεν θα μπορέσουν να αντισταθούν στο ισχυρό κεντρομόλο κίνημα.
Μια νέα κοσμοθεωρία γεννιέται μπροστά στα ίδια μας τα μάτια και ήδη διεισδύει στις καρδιές της νέας γενιάς. Ας ελπίσουμε ότι αυτή η γενιά θα είναι ικανή να πραγματοποιήσει με άλλους τρόπους εκείνο που η μοίρα δεν επέτρεψε να συμβεί στα πεδία των μεγάλων μαχών!»






















